Είσαι σίγουρος;

objects-Chnarakisτου Γιάννη Χναράκη ~

Ο κος Φρίξος ξεκλείδωσε την πόρτα, και μπαίνοντας μέσα στο σπίτι περδικλώθηκε σε μια πτυχή που έκανε το χαλί πίσω απ’ αυτή. Ελαφρά σοκαρισμένος απ’ τη σαβούρδα, σηκώθηκε και πήγε να κρεμάσει το μπουφάν του στον καλόγερο. Κατευθύνθηκε προς την κουζίνα να βάλει ένα ποτήρι νερό αλλά διαπίστωσε πως η λάμπα δεν άναψε πατώντας το διακόπτη. Μάλλον θα είχε καεί. Ο χώρος ήταν ελαφρά σκοτεινός γιατί είχε απογευματιάσει. Πασπάτεψε τις τσέπες του να δει σε ποια απ’ τις δυο ήταν το πακέτο με τα τσιγάρα του. Έβγαλε ένα και το άναψε. Η φλόγα που πετάχτηκε απ’ τον αναπτήρα ήταν τόσο μεγάλη, που του καψάλισε τα φρύδια. Σάστισε. “Τι άλλο θα μου συμβεί σήμερα;” σκέφτηκε.

Κατευθύνθηκε πάλι προς την πόρτα, για να πάει να αγοράσει μια λάμπα πριν κλείσουν τα μαγαζιά. Κοίταξε στο τραπεζάκι δίπλα. Έπειτα την πόρτα. Έπειτα πήγε στην κουζίνα. Και ξανά πίσω. “Πού στο διάολο τα ‘βαλα τα κλειδιά;” Ξανακοίταξε. Και κάτω απ’ το τραπεζάκι. Και ξανά στην κουζίνα. “Λες να τα ξέχασα πάνω στην κλειδαριά, απ’ την έξω μεριά”; Άνοιξε την πόρτα. Τίποτα. Την ξανάκλεισε. “Δεν πάμε καλά σήμερα…” Άρχισε να σαρώνει με το βλέμμα του το πάτωμα. Σε όλη τη διαδρομή από το χωλ μέχρι την κουζίνα. Τίποτα. Άφαντα τα κλειδιά. Άρχισε να εκνευρίζεται. Ξαναπήγε στην κουζίνα. Μπαίνοντας, άναψε η λάμπα. “Μπα…” σκέφτηκε. “Άλλο κι αυτό. Μάλλον δεν ήταν καμμένη τελικά”. Στο καπάκι, έσβησε πάλι. “Μάλιστα. Η τελευταία της αναλαμπή θα ήταν.” Ξαναπήγε στο χωλ. “Νάτα τα κωλόκλειδα.” Κάτω από χαλί, ίσα που φαινόταν η άκρη ενός απ’ αυτά. “Θα έπεσαν εκεί την ώρα που τσακίστηκα”, σκέφτηκε.

Βγήκε απ’ το σπίτι και πήγε στο ψιλικατζίδικο απέναντι. Πήρε λάμπα, πήρε και τσιγάρα γιατί τέλειωναν αυτά στο πακέτο του. Επέστρεψε σπίτι και μπαίνοντας μέσα το είδε όλο φωταγωγημένο. Ακόμα και η λάμπα της κουζίνας κρεμόταν εκεί, πάνω απ’ το κεφάλι του περίλαμπρη. “Ε, θα τρελαθούμε τελείως σήμερα.” Σκέφτηκε πως μάλλον θα είχε κανα θέμα η ΔΕΗ. Έκλεισε τα φώτα, και πήγε κι έβγαλε απ’ το τελευταίο συρτάρι της κουζίνας ένα φακό. Ποιος ήξερε τι θα γινόταν προς το βράδυ… Ας τον είχε πάνω στον πάγκο της κουζίνας για ώρα ανάγκης. Δοκίμασε μηχανικά το διακόπτη, αλλά ο φακός…. τίποτα. “Ε, ρε γαμώτο… Πάνε κι οι μπαταρίες; Τι διάολο είναι αυτό; Έχει συνωμοτήσει ο ηλεκτρισμός εναντίον μου σήμερα;” αναρωτήθηκε. Άνοιξε πάλι το συρτάρι να δει μπας κι είχε καμιά που να περίσσευε… τίποτα. Πίσω-πίσω, υπήρχαν δυο ταπεινά, ξεχασμένα σπαρματσέτα. Τα ΄βγαλε έξω κι αυτά.

Είχε ρυθμίσει το χρονοδιακόπτη του πλυντηρίου το πρωί, φεύγοντας, και πήρε μια λεκάνη να βάλει τα ρούχα μέσα για να τ’ απλώσει. Από δυο ζευγάρια κάλτσες, έλειπε το ταίρι τους. Γύρισε τον κάδο του πλυντηρίου χειροκίνητα, μπας και κάπου έχουν μπλεχτεί, αλλά τίποτα. Τον ξαναγύρισε, έβαλε και το κεφάλι μέσα. Οι κάλτσες είχαν εξαφανιστεί στη δίνη των στροφών, περνώντας στη λήθη των πραγμάτων που χάνονται για πάντα. Βούτηξε τη λεκάνη και πήγε στο μπαλκόνι. Μέχρι να φτάσει, τσάκισε δυο φορές το ίδιο μικρό δαχτυλάκι στο πόδι του. Την πρώτη, σ’ ένα τραπεζάκι που είχε ως δια μαγείας τραβηχτεί λίγο πιο μπροστά από τη συνηθισμένη θέση του, και μία στο ποδαράκι της πολυθρόνας. Τη δεύτερη του ‘πεσε και η λεκάνη από το χέρι γιατί πόνος στον πόνο δεν παλεύεται εύκολα. Μάζεψε τα πεσμένα ρούχα, τα έβαλε στη λεκάνη και ξαναπροσπάθησε να διασχίσει τον -σαν Γολγοθά- διάδρομο, που οδηγούσε στο μπαλκόνι. Σάμπως ήταν λίγα κι αυτουνού τα πάθη μέχρι τώρα;

Η μέρα πέρασε χωρίς άλλες εκπλήξεις. Ζέστανε το φαγητό του, έφαγε, κάθισε λίγο στον υπολογιστή του ανοίγοντας μια μπυρίτσα… Μετά από καμιά ώρα πήγε για ύπνο. Έπειτα από λίγο, άκουσε ένα θόρυβο -σαν σούρσιμο- στο σαλόνι. “Αμάν!”, σκέφτηκε, “όλα τα ‘χαμε, ο κλέφτης μας έλειπε”… Σηκώθηκε αθόρυβα, και πήγε να κρυφοκοιτάξει. Στο σαλόνι, αντίκρισε κάτι που έκανε κάθε τρίχα στο σβέρκο του να σηκωθεί όρθια.

Όλα τα έπιπλα, από μικρά μέχρι μεγάλα ήταν παραταγμένα στη σειρά, λες κι ήταν έτοιμα για πόλεμο. Τα φώτα αναβόσβηναν διαδοχικά και με συγκεκριμένο ρυθμό, λες κι ήταν τα τύμπανα του πολέμου που σηματοδοτούσαν την επερχόμενη επίθεση κατά μέτωπο. Η εκδίκηση του υλικού κόσμου άρχισε, και είχε ξεκινήσει από τον κο Φρίξο. Απηυδισμένα έπιπλα που φιλοξένησαν ροφήματα ή ανέχονται διακοσμητικά βάρη πάνω τους, είχαν βάλει στόχο τα μικρά δάχτυλα των ποδιών μας, και είχαν αποφασίσει να τα εκδικούνται αλύπητα σε κάθε απρόσεχτη στροφή που κάνουμε. Ποτήρια με σύμμαχο τη σαπουνάδα, αποφάσισαν να γλιστρούν ή να σπάνε στα χέρια μας καθώς δεν ανέχονται άλλο αυτή την πίεση από το σφουγγαράκι της κουζίνας, με αποτέλεσμα να μας τραυματίζουν. Κάλτσες που δεν άντεξαν, παράτησαν το έτερόν τους ήμισυ, θυσιαζόμενα και με μόνο σκοπό τη ζωγραφισμένη δυσαρέσκεια στο πρόσωπο του κατόχου τους. Κλειδιά και τηλεκοντρόλ επιδόθηκαν στο κρυφτό, απολαμβάνοντας σαδιστικά τον εκνευρισμό στα πρόσωπα όσων ψάχνουν και δεν βρίσκουν. Θα ακολουθούσαν κι άλλα, πολλά. Κάθε αντικείμενο, που βαρέθηκε να νιώθει απλά χρησιμοποιημένο, είχε σχεδιάσει προσεκτικά την εκδίκησή του. Κανείς δεν θα ξαναμείωνε την αξία του υλικού κόσμου έναντι ενός …δήθεν πνευματικού. Ξύπνησε απότομα, κάθιδρος. Βγήκε στο μπαλκόνι να κάνει ένα τσιγάρο. “Τι όνειρο”, σκέφτηκε ανακουφισμένος, αλλά μη παραλείποντας να ρίχνει κλεφτές ματιές στο σαλόνι παρατηρώντας τα αντικείμενα.—